Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Η Θράκη στο στο πέρασμα των αιώνων μέσα από τη γραμματεία και τη λογοτεχνία

Ξεκινάμε με το πρώτο φύλλο της νέας σχολικής χρονιάς μια μικρή περιδιάβαση στην Αρχαία, Μεσαιωνική και Νεοελληνική Γραμματεία και Λογοτεχνία, εστιάζοντας την προσοχή μας στη Θράκη και τους κατοίκους της. Εξετάζουμε τον όρο Θράκη ως ενιαίο χώρο, καθώς στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου διαχωρίστηκε οριστικά, όταν η Βόρεια Θράκη ή Ανατολική Ρωμυλία περιήλθε στη Βουλγαρία, η Ανατολική Θράκη προσαρτήθηκε στην Τουρκία και η Δυτική Θράκη ενσωματώθηκε στην Ελλάδα. Στόχος μας είναι να γνωρίσουμε τον τόπο αυτό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και να αγαπήσουμε πραγματικά τη Θράκη· γιατί μόνο αν γνωρίσουμε τον τόπο μας, μπορούμε να τον αγαπήσουμε. Η ματιά μας θα διαπεράσει όχι μόνο Θρακιώτες συγγραφείς, αλλά και οποιονδήποτε άλλο έχει να κομίσει ενδιαφέροντα ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία για τη Θράκη.

Τη γοητεία της περιοχής αυτής, λοιπόν, που αποτέλεσε πατρίδα της μυθικής γυναικείας πολεμικής φυλής των Αμαζόνων, κοιτίδα νέων θεοτήτων, χώρο για την τέλεση των φημισμένων Καβείριων μυστηρίων, πατρίδα του Ορφέα, του Δημόκριτου, του Πρωταγόρα, του Βιζυηνού , του Βάρναλη, των Καραθεοδωρήδων και τόσων άλλων σημαντικών ανθρώπων, θα θέλαμε να μοιραστούμε μαζί σας, ξεκινώντας από τον Ηρόδοτο και τρία από τα διηγήματα του Βιζυηνού.

Άποψη της Ανατολικής Θράκης. Διακρίνεται η πατρίδα του Βιζυηνού, η Βιζύη, το Σαμάκοβο, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Ραιδεστός και άλλες πόλεις και χωριά.

Σύμφωνα με το πέμπτο βιβλίο (Τερψιχόρη) του Ηροδότου, οι Θράκες είναι το πιο μεγάλο στον κόσμο ύστερα, βέβαια, από τους Ινδούς. Αν ήταν ενωμένοι, αναφέρει ο «πατέρας της Ιστορίας», θα ήταν ακαταμάχητοι και από όλα τα έθνη ισχυρότεροι. Ωστόσο, κάθε φυλή ζει χωριστά, έχουν πολλά ονόματα, κρατούν όμως τις ίδιες συνήθειες. Συγκεκριμένα, για όποιον έρχεται ή φεύγει από τη ζωή κάνουν τα εξής: θρηνεί όλη η οικογένεια γύρω από το νεογέννητο παιδί για τις συμφορές που μέλλεται να δοκιμάσει και χαρούμενοι θάβουν με χωρατά αυτόν που πέθανε, γιατί γλίτωσε από τα βάσανα της ζωής. Σε κάποιες φυλές οι άντρες έχουν πολλές γυναίκες και αυτή που αγαπούσε ο άντρας πιο πολύ τον ακολουθεί ζωντανή στον τάφο, έθιμο βασισμένο στην αντίληψη ότι ο πεθαμένος θέλει να έχει στον Κάτω κόσμο ό,τι αγαπούσε και στη ζωή. Αντιμετωπίζουν με φιλελεύθερο πνεύμα τις σχέσεις των κοριτσιών και συνήθιζαν να έχουν στο σώμα τους στάμπες με βελονισμό (τατουάζ), σημάδι ότι ανήκαν σε οικογένεια ευγενών, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα αυτή η συνήθεια ήταν χαρακτηριστικό των περιφρονημένων. Αγαπούσαν να ζουν από τον πόλεμο και το πλιάτσικο, λέει ο Ηρόδοτος, και λάτρευαν μόνο τον Άρη, τον Διόνυσο και την Άρτεμη. Οι άρχοντες λάτρευαν και τον Ερμή, περισσότερο από τους άλλους θεούς, και ορκίζονταν στο όνομά του. Η τάξη αυτή είχε διαφορετικά νεκρικά έθιμα: εξέθεταν τον νεκρό τρεις μέρες, θυσίαζαν ζώα, έτρωγαν, έπιναν και θρηνούσαν. Έπειτα έθαβαν τον νεκρό είτε παραχώνοντάς τον στη γη είτε καίγοντας το σώμα του, συσσώρευαν χώμα πάνω του και οργάνωναν κάθε λογής αγώνες με μεγάλα βραβεία.

Δημήτρης Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Νικολακάκης
Μαρίνα Κοκοζίδου
Λαμπρινή Τσιφτσή

Στο έργο «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Γεωργίου Βιζυηνού τα γεγονότα της αφήγησης τοποθετούνται στα τέλη του 1859, όταν ο συγγραφέας ήταν δέκα χρονών. Δίπλα στο κεντρικό θέμα που είναι τα φανταστικά ταξίδια του παππού του και το μοναδικό πραγματικό στον άλλο κόσμο, περιγράφεται ο τόπος, οι συνθήκες ζωής, η νοοτροπία, τα ήθη και έθιμα, οι παραδόσεις, οι ασχολίες των ανθρώπων της ιδιαίτερης πατρίδας του συγγραφέα, της Βιζύης, και γενικότερα της Θράκης. Συγκεκριμένα, παρακολουθούμε εικόνες από τη σκληρή ζωή παιδιών της επαρχίας που στέλνονται να εργαστούν δίπλα σε έναν τεχνίτη στην Πόλη και να μάθουν την τέχνη αυτή («η τέχνη είναι χρυσό βραχιόλι»). Βλέπουμε τους πατριώτες του συγγραφέα να εξημερώνουν ταύρους, να χρησιμοποιούν άλογα ως μέσα μεταφοράς, να έχουν αγελάδες, πρόβατα, μελίσσια. Ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες, καλλιεργούσαν σιτηρά, αμπέλια και λαχανόκηπους και για τη μεταφορά των προϊόντων τους είχαν άμαξες. Στα σπίτια τους όπου υπήρχε αυλή, στάβλος, ορνιθαριό(κοτέτσι), πλακόστρωτο καταγώγι, κελάρι, σάλα και δωμάτια, επικρατούσε καθαριότητα και τάξη στην τοποθέτηση κάθε οικιακού σκεύους. Οι γυναίκες φορούσαν καθημερινά «χαλέντζες», δηλαδή ψηλοτάκουνα τσόκαρα και μια από τις δουλειές τους ήταν το τύλιγμα νήματος στο γλιτήρι ή τυλιγάδι. Οι άντρες φορούσαν λευκό πολύπτυχο σώβρακο για παντελόνι και πουκάμισο με φαρδιά κεντητά μανίκια, πολύγυρη κόκκινη ζώνη στη μέση και κουλουροειδή «σερβέτα» στο μέτωπο. Επίσης τσόχινο σαλιβάρι, αλλά αυτό μόνο στις γιορτές. Οι συντοπίτες του Βιζυηνού έκαναν ταξίδια σε γειτονικές πόλεις, Ραιδεστό, Σηλυβρία, Σαρακηνού, Μήδεια, αλλά και στους Αγίους Τόπους. Συνήθιζαν να εξομολογούνται σε πνευματικό, να ζητούν συγχώρεση από τους συγχωριανούς τους, να τακτοποιούν τα κληρονομικά τους, πριν ξεκινήσουν για μεγάλο ταξίδι και προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Βέβαια, και οι ίδιοι ως οικοδεσπότες ήταν φιλόξενοι.


Εκείνο που είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο είναι ότι οι μάνες Ελληνίδες – Θρακιώτισσες (προγιαγιάδες του Βιζυηνού) παρακαλούσαν την Παναγιά να γεννήσουν κορίτσι, και όχι αγόρι, για να μην το πάρουν οι Τούρκοι Γενίτσαρο. Αυτοί με ψηλά σκουφιά και κόκκινους χιτώνες γύριζαν αρματωμένοι στα χωριά και μάζευαν χριστιανόπουλα, για να τα τουρκέψουν και να τα στρέψουν αργότερα εναντίον των δικών τους. Γι’ αυτό οι Έλληνες μεταμφίεζαν τα αγόρια σε κορίτσια μέχρι τα δέκα τους χρόνια, τα φώναζαν με γυναικεία ονόματα και μετά τα δέκα τα κούρευαν και τα πάντρευαν, επειδή οι Οθωμανοί δεν παίρνανε παντρεμένους. Μάλιστα, οι άντρες έπλεκαν με βελόνια κάλτσες και άλλα εργόχειρα, κατάλοιπο της ζωής τους ως κορίτσια. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το διήγημα:
«…Ο παππούς ανέλαβε πάλιν το εργόχειρόν του· θλιβερόν μειδίαμα εκάθητο επί των χειλέων του.

- Πρίν με δώσουν στήν γιαγιά σου τήν Χατζίδενα, είπε ταπεινώσας τούς οφθαλμούς – Δέν ήμουν αγόρι!

- Αμ’ τί, παππού; Κορίτσι ήσουνα;

- Πές πώς ήμουνα κορίτσι, ψυχή μου, είπεν ο παππούς μέ τό θλιβερόν του μειδίαμα, αφού κ’ εγώ τό θαρρούσα πώς ήμουνα, κι ο κόσμος τό επίστευεν.

Αι λέξεις μοι ενεποίησαν παράξενον εντύπωσιν. Ο παππούς εκράτει εις τάς χείρας του γυναικείον εργόχειρον· και - μ’ όλον τό λεβέντικόν του ανάστημα - το επιμελώς εξουρισμένον πρόσωπον, ο φιλάρεσκως επί των ορίων τού άνω χείλους ψαλιδισμένος μύσταξ, η όλη έκφρασις μοί εφάνη την στιγμήν εκείνην ενέχουσα πολύ το θηλυπρεπές καί γυναικείον.
[…]

- Γιατί παππού;

- Γιατί, κάθε λίγο καί πολύ, είπεν ο παππούς ολοέν σκυθρωπότερος, έβγαινε, ψυχή μου, το Γιανιτσαριό - κάτι μεγάλοι και φοβεροί Τουρκαλάδες, μέ τ’ αψηλά τα «καβούκια», μέ τά κόκκινα καβάδια, κ’ εγύριζαν αρματομένοι στά χωριά, μέ τόν «ιμάμην» έμπρός μέ τόν «τσελάτη» καταπόδι, κ’ εμάζωναν τά ευμορφότερα χριστιανόπαιδια, ψυχή μου, καί τά τούρκευαν.

[…]
Γι’ αυτό, εξηκολούθησεν έπειτα, όταν εγεννήθηκα έγώ, ψυχή μου, καί μ’ εβάφτισαν, μέ έβγαλαν «Γεωργιά»· πού θά πή, μού έδωκαν θηλυκόν όνομα, καθώς έβγαζαν τότε Κωνσταντινιά, καί Θανασία και Δημήτρω - όλα αρσενικά παιδιά, ψυχή μου, μέ θηλυκόν όνομα - Καί μαζί μέ τό όνομα, μ’ εφόρεσαν και κοριτσίστικα ρούχα.

Εύη Κωνσταντινίδου Β2

Στο διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου» παρατηρούμε πολλές ασθένειες, που οφείλονται σε φυσικά αίτια, να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ή όχι είτε από ανίδεες γριές με βότανα είτε από δήθεν μορφωμένους ή μυστηριώδεις κοσμογυρισμένους είτε από κοινούς και επιτήδειους απατεώνες και αγύρτες, οι οποίοι ασκούν με πειστικότητα το επάγγελμα του δήθεν αναγνωρισμένου γιατρού. Κάποιες ασθένειες θεραπεύονται τυχαία ή επειδή κάνουν τον κύκλο τους, άλλες όμως παρατείνονται ανεξήγητα· αυτές οφείλονται, κατά τη λαϊκή αντίληψη, σε υπερφυσικά αίτια και στην επίδραση υπερβατικών δυνάμεων του κακού, και κυρίως του σατανά («ξωτικό»)· γι’ αυτό για τη θεραπεία ή τουλάχιστον την ανακούφιση μιας ασθένειας που δεν εννοεί να υποχωρήσει από μόνη της ούτε με τους συνηθισμένους τρόπους αντιμετώπισης, χρησιμοποιούν τα ανάλογα υπερβατικά μέσα: διάφορες μαγγανείες και μαγείες (γητείες, μαγικά φυλαχτά, μαγικές προσευχές), με τα οποία απευθύνονται οι άνθρωποι στις αόρατες δυνάμεις του σκότους μέσα στο κλίμα των λαϊκών δοξασιών, των δεισιδαιμονιών και της μαγείας· χρησιμοποιούνται ωστόσο και μέσα χριστιανικά: η ανάγνωση κατάλληλων εξορκισμών και ευχών από τους ιερείς, η χρήση φυλαχτών που αποτρέπει το κακό, η τέλεση αγιασμών ή η κατάποση αγιασμού από τον ασθενή.
Τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η λεκανομαντεία, εξελιγμένη και μεταγενέστερη μορφή υδρομαντείας. Το βασικότερο στοιχείο είναι η χρήση της λεκάνης, μέσα στην οποία τοποθετούσαν νερό, πολύ σπάνια λάδι. Η τελετουργία περιλάμβανε ανακάλημα νεκρού, θυμίαμα καθώς και τα αναμμένα κεριά, στοιχεία που τα παρακολουθούμε και στο εν λόγω διήγημα του Βιζυηνού:
«Τότε ευρέθην ενώπιον παραδόξου σκηνής.
Η ασθενής ανέπνεε βαρέως, όπως πάντοτε. Πλησίον αυτής ήτο τοποθετημένη ανδρική ενδυμασία, καθ’ ήν τάξιν φορείται. Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον μέ μαύρο ύφασμα, επί τού οποίου υπήρχε σκεύος πλήρες ύδατος και εκατέρωθεν δύο λαμπάδες αναμμέναι. Η μήτηρ μου γονυπετής εθυμίαζε τ’ αντικείμενα ταύτα προσέχουσα επί τής επιφανείας τού ύδατος.
Φαίνεται ότι εκιτρίνισα από τόν φόβον μου. Διότι ως με είδεν, έσπευσε νά μέ καθησυχάση.

- Μή φοβείσαι, παιδάκι μου, μέ είπε μυστηριωδώς, είναι τά φορέματα του πατρός σου. Έλα, παρακάλεσέ τον καί σύ νά έλθη νά γιατρέψει τό Αννιώ μας.

Καί μέ έβαλε νά γονατίσω πλησίον της.»

Στη Θράκη του Βιζυηνού συναντάμε και μοιρολόγια. Ο συνθέτης είναι άντρας, σε αντίθεση με άλλες περιοχές, τσιγγάνος και συνθέτει το μοιρολόι όχι την ημέρα της κηδείας, αλλά αφού έχει περάσει καιρός από το θάνατο και την ταφή του νεκρού. Το θρηνητικό αυτό τραγούδι δεν το τραγουδά ο ίδιος, αλλά το διδάσκει στη χήρα του νεκρού, για να το τραγουδήσει εκείνη σε στιγμές που τον θυμάται και θέλει να τον θρηνήσει.
Τέλος συναντάμε στο ίδιο διήγημα και μια περίπτωση υιοθεσίας, η οποία συνοδεύεται από μια ολόκληρη τελετουργία. Ο ιερέας μπροστά στην εικόνα του Χριστού, μπροστά στους φυσικούς γονείς και όλο το εκκλησίασμα παραδίδει το παιδί στη θετή μητέρα, αφού η τελευταία υποσχεθεί ότι θα το αγαπήσει και θα το αναθρέψει, σαν να ήταν φυσικό της παιδί. Μετά το θρησκευτικό δρώμενο αρχίζει το λαϊκό. Μια πομπή με τους συγγενείς των γονιών του παιδιού (φυσικών και θετών) και επικεφαλής τον πρωτόγερο του χωριού πηγαίνουν στο σπίτι της νέας μητέρας και εκεί ο πρωτόγερος ζητά και παίρνει τη διαβεβαίωση απ’ όλους ότι κανένας δε θα διεκδικήσει το παιδί από τη νέα του μητέρα. Οι φυσικοί φιλούν και αποχαιρετούν το παιδί τους και φεύγουν με τους άλλους συγγενείς τους, ενώ οι συγγενείς της νέας οικογένειας του παιδιού μπαίνουν στο σπίτι μαζί με τον πρωτόγερο και ευωχούνται.

Ειρήνη Ασίκη

Ο «Μοσκώβ – Σελήμ» είναι ένα ηθογραφικό διήγημα και μέσα σ’ αυτό εντοπίζουμε ήθη, έθιμα, παραδόσεις και συνήθειες του τουρκικού και του ρωσικού λαού. Ο ήρωας είναι ένας κατατρεγμένος Τούρκος, ο οποίος αφηγείται τις πίκρες της ζωής του· γι’ αυτό το λόγο είναι αντικείμενο μελέτης του Βιζυηνού και στο πρόσωπο του ήρωα τιμά τον άνθρωπο ανεξαρτήτως φυλής και έθνους. Ο Μοσκώβ – Σελήμ στιγματίστηκε από την αδιαφορία του πατέρα του, η μητέρα του τον έντυνε κορίτσι, για να παρηγορείται από την απιστία του άντρα της, γνώρισε δύσκολες μέρες στον στρατό, όπου πήγε στη θέση του αδερφού του, τον κυνήγησαν για την φυγάδευση του αδερφού του και στο τέλος εγκαταστάθηκε στην Καϊνάρτζα της Ανατολικής Θράκης, περιμένοντας τους Ρώσους (έτσι του δόθηκε και το παρωνύμιο «Μοσκώβ»), οι οποίοι του φέρθηκαν καλύτερα από τους συμπατριώτες του, όταν τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Έτσι στο διήγημα βλέπουμε ότι:

  • Κατά το μπαϊράμι, θρησκευτική γιορτή του Ισλάμ, οι πιστοί ντύνονταν αναλόγως (τιπελίδικο (:μυτερό φέσι), ποτούρια (;μάλλινα στενά παντελόνια), χρυσοκέντητα τοζλούκια (:περικνημίδες), μεταξωτό ζωνάρι όπου είχαν τα πιστόλια.
  • Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν στο «κισμέτ», το πεπρωμένο, θεωρούν ότι κάποια γεγονότα είναι γραφτό να συμβούν.
  • Ο σουλτάνος ήταν ο αφέντης τους και είχαν την πεποίθηση ότι όταν πολεμούν, τον υπηρετούν. Τον θεωρούσαν εύσπλαχνο και τον σέβονταν ιδιαίτερα , γι’ αυτό και συνηθιζόταν ο χαιρετισμός: «Πολλά τα έτη του Σουλτάνου».
  • Στο κείμενο αυτό βλέπουμε την τούρκικη οικογένεια να ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Έτσι παρατηρούμε ότι οι κόρες μεγαλώνουν με τη μητέρα τους στο χαρέμι, ενώ οι γιοι με τον πατέρα τους ίππευαν και μάθαιναν τη χρήση των όπλων. Επιπλέον, η απιστία ήταν συχνό φαινόμενο, αφού η πολυγαμία ήταν νόμιμη, ενώ σχέσεις αντιζηλίας αναπτύσσονταν μεταξύ των γυναικών στο χαρέμι.
  • Οι μουσουλμάνοι ήταν περήφανοι για το θάρρος και την ανδρεία τους και προσπαθούσαν να εμφυσήσουν αυτές τις αξίες και στα παιδιά τους, όπως φαίνεται και στη συμπεριφορά του ήρωα.
  • Η γλώσσα, στοιχείο του πολιτισμού και της παράδοσης των ανθρώπων είναι λαϊκή με πολλές ιδιωματικές και τούρκικες λέξεις, όπως: μεντέρι = σοφάς, στρώμα κεμέρι = φαρδιά ζώνη Σερασκέρης = αρχιστράτηγος.

Ειρήνη Κυριαζή B2
Γιώργος Καραγκιουλμέζης B2
Σοφία Μενοπούλου B3


Δεν υπάρχουν σχόλια: